twinge em Grego

ουσ. οξύς πόνος, σούβλισμα
ρήμ. κεντώ, τσιμπώ, πονώ

Frases De Exemplo

It is therefore with a twinge of sorrow that I declare the session of the European Parliament adjourned.
Και γι'αυτό, μετά λύπης μου, ανακοινώνω τη διακοπή της συνόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
pronunciation pronunciation pronunciation Reportar um erro

pain: spasm, pang, convulsion, cramp